Σάββατο, 1 Οκτωβρίου 2011

Αρθρο του Γ. Τόλιου για την ΑΟΖ

Η έννοια της «Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης-ΑΟΖ», προέκυψε από τη Διάσκεψη του ΟΗΕ για το «Δίκαιο της Θάλασσας» το 1982 (United Nations Convention on the Law of the Sea-UNCLOS III) και υπογραφή αντίστοιχης Διεθνούς Σύμβασης, με βάση την οποία ένα παράκτιο κράτος έχει δικαίωμα να ορίσει ζώνη οικονομικού ενδιαφέροντος σε εύρος 200 ναυτικών μιλίων από τη....
βασική ακτογραμμή, είτε αυτή αφορά ηπειρωτικά εδάφη είτε νησιά που συντηρούν από μόνα τους ζωή. Το τελευταίο είναι ιδιαίτερα σημαντικό γιατί δίνει ισχυρά διεθνή νομικά ερείσματα στα δικαιώματα των ελληνικών νησιών. Σε σχέση με την υφαλοκρηπίδα, τα δικαιώματα μιας χώρας υπάρχουν αυτοδικαίως (ipso facto), ενώ στην ΑΟΖ μόνο κατόπιν σχετικής διακήρυξης. Μια παράκτια χώρα που δεν έχει κηρύξει ΑΟΖ, η εν λόγω περιοχή θεωρείται ανοικτή θάλασσα. Σε περίπτωση που το εύρος της ζώνης των 200 μιλίων επικαλύπτεται από άλλο παράκτιο κράτος, η ΑΟΖ συνήθως ορίζεται με βάση την εθιμική αρχή της «μέσης γραμμής», είτε κατόπιν συμφωνίας μεταξύ των χωρών, είτε με παραπομπή της διαφοράς σε διεθνές δικαστήριο.
Λάθη και αντιφάσεις της εξωτερικής πολιτικής
Η Ελλάδα δεν έχει κηρύξει δημιουργία ΑΟΖ παρ’ ότι έχει το δικαίωμα. Η μη ανακήρυξη λειτουργεί σε βάρος των κυριαρχικών της δικαιωμάτων διότι υπερκεράζει την υφαλοκρηπίδα και επιλύει (νομικά) όλες τις διαφορές με Τουρκία. Ο σχετικός Πίνακας της «εν δυνάμει» ελληνικής ΑΟΖ είναι πολύ αποκαλυπτικός. Τα μόνα βήματα που έχει κάνει είναι προκαταρκτική συμφωνία με Αλβανία (2009), η οποία όμως «κώλυσε» μετά την ακυρωτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της, ενώ βρίσκονται σε εξέλιξη οι διαπραγματεύσεις με Λιβύη και Αίγυπτο, όπου υπάρχουν δυσκολίες, λόγω κυρίως λαθεμένων κυβερνητικών χειρισμών. Λάθος επίσης αποτελεί η μη οριοθέτηση της ΑΟΖ με Κύπρο παρά την πρόσκληση της Κυπριακής Κυβέρνησης. Ο κυριότερος λόγος των λαθών είναι το έλλειμμα διορατικότητας και η πολιτική «ενδοτισμού» στις πιέσεις της Τουρκίας, προέκταση των γενικότερων ανεπαρκειών της εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής που μόνιμα διακατέχεται από το πνεύμα υποταγής στον «ευρω-ατλαντισμό».






Η επιθετικότητα της Τουρκίας
Η Τουρκία με πρόσχημα ότι δεν έχει υπογράψει τη Διεθνή Σύμβαση, απορρίπτει κάθε ιδέα συμφωνίας ΑΟΖ με Ελλάδα. Αντίθετα έχει προχωρήσει σε ρύθμιση της ΑΟΖ με τις χώρες της Μαύρης Θάλασσας (αρχικά με ΕΣΣΔ και αργότερα με Βουλγαρία και Ρουμανία) αποδεχόμενη τη «μέση γραμμή», παρ’ ότι δεν είχε υπογράψει τη Διεθνή Σύμβαση, αποκαλύπτοντας τη «διπλή γλώσσα» που χρησιμοποιεί ανάλογα με ό,τι συμφέρει. Αυτή η τακτική της δεν έτυχε αξιοποίησης λόγω της μυωπικής στάσης των κυβερνήσεων του δικομματισμού, ούτε επίσης αξιοποιήθηκε το «ευρωπαϊκό χαρτί» (αναγνώριση Δίκαιου Θάλασσας από ΕΕ) και η δυνατότητα ανακήρυξη ΑΟΖ ως μέλους της ΕΕ, με παράλληλη «θεσμική» απαίτηση στήριξης των επιλογής της απέναντι στην Τουρκία.
Ένα τελευταίο κρούσμα τουρκικής επιθετικότητας είναι η αμφισβήτηση του δικαιώματος υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ στο Καστελόριζο. Πρόκειται για καθαρή παραβίαση του διεθνούς δικαίου (Συμφωνία Λωζάνης για ελληνικότητα νησιού και Δίκαιο Θάλασσας για ΑΟΖ), που η Τουρκία συνοδεύει πάντα με απειλές θερμού επεισοδίου. Είναι φανερό ότι ο ορισμός της τουρκικής ΑΟΖ με βάση το διεθνές δίκαιο, εκτός από συρρίκνωση της ΑΟΖ, στερεί επαφή με Αιγυπτιακή ΑΟΖ, αποδυναμώνοντας πολιτικο-στρατιωτικά τη θέση της απέναντι στην Ελλάδα, Κύπρο, Ισραήλ. Γιαυτό προσπαθεί να βάλει «σφήνα» στις προσπάθειες ρύθμισης της ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδας και Μεσογειακών χωρών (Αίγυπτο, Λιβύη, Αλβανία), ώστε να αποτρέψει απόκτηση διαπραγματευτικού πλεονεκτήματος από την Ελλάδα.
Το θέμα της ΑΟΖ επηρεάζει άμεσα τις ελληνοτουρκικές συνομιλίες οι οποίες δυστυχώς καταγράφουν συνεχή υποχώρηση της Ελλάδας κάτω από το σύνδρομο του «ενδοτισμού» και «ατλαντισμού». Θυμίζουμε ότι στο πρακτικό της Βιέννης μεταξύ Καραμανλή-Ντεμιρέλ το 1977 (μετά την κρίση του «Χόρα») πάγωσαν οι έρευνες και η εκμετάλλευση πετρελαίων πέραν των 6 μιλίων. Με τη Συμφωνία του Νταβός μεταξύ Παπανδρέου-Οζάλ το 1988 (μετά την κρίση του «Σισκμίκ») υπήρξε δέσμευση για έρευνες κοιτασμάτων μόνο στην αιγιαλίτιδα ζώνη. Με τη Συμφωνία της Μαδρίτης μεταξύ Σημίτη-Ντεμιρέλ το 1997 (μετά την κρίση των Ίμια) η Ελλάδα αναγνώρισε την ύπαρξη «ζωτικών συμφερόντων» στη γείτονα, ενώ στη Σύνοδο Κορυφής του Ελσίνκι (1999), που συζητήθηκε η προενταξιακή διαδικασία της Τουρκίας, η Ελλάδα αποδέχτηκε ύπαρξη «συνοριακών διαφορών» για διευθέτηση.!
Οι συζητήσεις στα πλαίσια του «Ανωτάτου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδας-Τουρκίας», για διευθέτηση των διμερών ζητημάτων (ανακοινωθέν συνάντησης Παπανδρέου-Ερντογάν 15.5.10) δημιουργεί μεγάλα ερωτηματικά. Υπάρχουν διάχυτες ανησυχίες για απαράδεκτες παρασκηνιακές υποχωρήσεις, προκειμένου να ανοίξει ο δρόμος «συνδιαχείρισης» και «συνεκμετάλλευσης» του Αιγαίου υπό την αιγίδα των πολυεθνικών, κυρίως αμερικανικών, ότι η ελληνική πλευρά έχει αποδεχτεί «δαντελωτά» όρια υφαλοκρηπίδας (αλλού 6 μίλια, αλλού 8 και αλλού 12), κά. Επίσης εκτός από αμφισβήτηση της κυπριακής ΑΟΖ, η Άγκυρα αμφισβητεί ανοικτά την υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ Καστελόριζου, στις οποίες η Ελλάδα απαντά πολύ «χαλαρά», δείχνοντας σαν να έχει σχεδόν αποδεχτεί τουλάχιστον de facto, την εγκατάλειψη κυριαρχικών της δικαιωμάτων.
Γεωπολιτικοί ανταγωνισμοί Τουρκίας-Ισραήλ
Νέα διάσταση στο ζήτημα της ΑΟΖ έδωσε η συμφωνία Ελλάδας-Ισραήλ που αναβαθμίστηκε με την επίσκεψη του Μπ.Νετανιάζου στην Αθήνα (2010), εγκαινιάζοντας με το Γ.Παπανδρέου τη «στρατηγική συμμαχία» στα πλαίσια της αμερικανικής επιδίωξης διαμόρφωσης μακροπρόθεσμης στρατηγικής συνεργασίας (πολιτικής, οικονομικής, στρατιωτικής). Αυτή η κίνηση μοιραία επιδεινώνει τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και δίνει νέα διάσταση στο διάλογο για την υφαλοκρηπίδα. Από την άλλη η στενή συνεργασία με Ισραήλ επηρεάζει αρνητικά τις σχέσεις με τις αραβικές χώρες, τις οποίες προσεγγίζει ευκολότερα η Τουρκία, ενώ δίνει ηθική κάλυψη στον επεκτατισμό του Ισραήλ και στην καταπίεση των Παλαιστινίων, αποκόβοντας την Ελλάδα από τον αραβικό κόσμο. Παρ’ ότι η Ελλάδα με την πολιτικο-στρατιωτική προσέγγιση εξασφαλίζει κάποια ανάσχεση της πίεσης της Τουρκίας (το Ισραήλ έχει αναγνωρίσει την ΑΟΖ Καστελόριζου παρά την ατολμία της κυβέρνησης), σε περίπτωση επαναπροσέγγισης Τουρκίας-Ισραήλ τα αποτελέσματα ίσως είναι σε βάρος της Ελλάδας. Το Ισραήλ από την πλευρά του χρησιμοποιεί την Ελλάδα και Κύπρο ως «στρατηγικό βάθος» και ως γέφυρα σύνδεσης με την Ευρώπη. Η Ελλάδα θα διέπραττε λάθος να στηρίξει την ενεργειακή της πολιτική στην Ανατολική Μεσόγειο στη πολιτικό-στρατιωτική παρουσία του Ισραήλ, να υποβαθμίσει τις διαπραγματεύσεις με Άγκυρα ή να πάρει άμεσα ή έμμεσα το μέρος του Ισραήλ στη μεταξύ τους ρήξη. Η κυβέρνηση πρέπει να φέρει στη Βουλή τις στρατιωτικές συμφωνίες με Ισραήλ και να κάνει ουσιαστική ενημέρωση για την πορεία των ελληνοτουρκικών συνομιλιών.
Στροφή στην εξωτερική πολιτική
Η Ελλάδα χρειάζεται ανεξάρτητη και πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική. Ο περιορισμός των διαφορών με Τουρκία στη νομική αποσαφήνιση της υφαλοκρηπίδας, υποβαθμίζει τη σημασία της ΑΟΖ. Αντίθετα η Ελλάδα χρειάζεται άμεσα να ανακηρύξει μονομερώς την ΑΟΖ και να καταθέσει στον ΟΗΕ τα όρια της με βάση το εθιμικό δίκαιο της θάλασσας, στα πλαίσια του Διεθνούς Δικαίου, δηλαδή με βάση τον κανόνα της «μέσης γραμμής», βάζοντας τέλος στις τουρκικές αμφισβητήσεις. Σε συνέχεια να ανακοινώσει ότι θα διεξαγάγει συνομιλίες με όσα κράτη έχουν σύνορα με την ΑΟΖ για ρύθμιση διαφορών εντός λογικού διαστήματος και σε περίπτωση αδιεξόδου ρύθμιση με προσφυγή στη διεθνή διαιτησία. Η αναγνώριση από την ΕΕ της ΑΟΖ Κύπρου, διευκολύνει την Ελλάδα διότι δημιουργεί νέα «θεσμικά» δεδομένα στις διαπραγματεύσεις με Τουρκία. Η Ελλάδα ως μέλος της ΕΕ πρέπει να απαιτήσει στηρίξει των δικαιωμάτων της, αξιοποιώντας και τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις της Τουρκίας. Τέλος χρειάζεται να ακολουθήσει μια ενεργητική, ανεξάρτητη και πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική, με σχεδιασμό και αποτελεσματικότητα στην υπεράσπιση των κυριαρχικών της δικαιωμάτων.
tolios@syn.gr 22.9.11