Ομιλία της Άντζελας Γκερέκου στην Κλειστή Συνεδρίαση της 17ης Τακτικής Γενικής Συνέλευσης του ΣΕΤΕ.
Πρώτα απ’ όλα, να ευχαριστήσω θερμά τον ΣΕΤΕ και το Προεδρείο του, για την ιδιαίτερα τιμητική πρόσκληση την οποία μου απηύθυναν, για να είμαι σήμερα εδώ μαζί σας. Και η συγκυρία κατά την οποία βρισκόμαστε είναι κρίσιμη – για να μην πω μάλιστα ότι συγκεκριμένα οι μέρες αυτές είναι κρίσιμες...Κι αυτό γιατί, δεν είναι μόνο το όλο περιβάλλον «απειλής» και «ανασφάλειας» που έχουμε να αντιμετωπίσουμε λόγω της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης η οποία αναπόφευκτα πλήττει και εμάς – είναι και το ότι ειδικά στην Ελλάδα, βρισκόμαστε τη στιγμή αυτή σε ένα επίσης «θολό» και «ανασφαλές» πεδίο από πλευράς διακυβέρνησης χώρας.
Δεν είμαι σήμερα εδώ για να μιλήσω ούτε για τα σκάνδαλα, ούτε για τα «εφευρήματα» και τους «ελιγμούς» της Κυβέρνησης στην προσπάθειά της να κρατηθεί στην εξουσία. Είμαι σίγουρη ότι τη στιγμή αυτή, όλα αυτά δεν ανήκουν στις πρώτες προτεραιότητες σας. Για το λόγο αυτό, επέλεξα σήμερα να ξεκινήσω τις αναφορές μου, κυρίως από την «αντικειμενική κατάσταση» την οποία έχουμε όλοι μπροστά μας και η οποία δεν πρόκειται ούτε να αλλάξει ούτε και να μεταβληθεί, ανάλογα με το ποιος θα τη διαχειριστεί. Οι αντικειμενικές αυτές δυσκολίες, θα είναι μπροστά μας και θα είναι ίδιες για όλους μας.
Και μιλώντας για αντικειμενικές δυσκολίες, θα ξεκινήσω φυσικά από το θέμα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Και για να τα βάζουμε τα πράγματα, ξεκάθαρα και με τη σειρά τους, έχουμε κατ’ αρχήν το ερώτημα εάν η κρίση αυτή θα πλήξει και τον Ελληνικό Τουρισμό. Για μένα, η απάντηση είναι «Ναι» - όσο κι αυτό δεν μου αρέσει, ούτε να το λέω, ούτε να το ακούω. Επειδή όμως οφείλουμε να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, γνωρίζουμε όλοι – και εσείς ενδεχομένως πολύ καλύτερα από εμένα – ότι οι ενδείξεις οι οποίες υπάρχουν τη στιγμή αυτή, δεν μας επιτρέπουν να δώσουμε μια πιο αισιόδοξη απάντηση στο ερώτημα αυτό. Μακάρι να διαψευσθούμε όλοι όσοι πιστεύουμε ότι αυτό θα συμβεί και μακάρι η Ελλάδα να αποτελέσει φέτος την «παγκόσμια εξαίρεση» στον κανόνα. Αν μου ζητήσει όμως κάποιος να κάνω πρόβλεψη, δεν μπορώ να το θεωρήσω αυτό ως το πιο πιθανό ενδεχόμενο. Και ξεκαθαρίζω ότι αυτό δεν το ισχυρίζομαι αυτό, για λόγους «αντιπολιτευτικής τακτικής» αλλά καθαρά από αντικειμενική εκτίμηση της κατάστασης όπως έχει τουλάχιστον τη στιγμή αυτή.
Η ουσία όμως του ερωτήματος, δεν είναι τόσο στο αν θα πληγεί ο τουρισμός μας από την παγκόσμια κρίση αλλά ο βαθμός στον οποίο αυτό θα συμβεί. Και ακριβώς από το βαθμό αυτό, θα εξαρτηθούν πολλά. Ο ρεαλιστικός στόχος ο οποίος κατά τη γνώμη μου μπορεί να τεθεί για τη φετινή σεζόν, είναι το να «σταθούμε αξιοπρεπώς στα πόδια μας» και να μην οδηγηθούμε σε δομικές ζημιές στον τουρισμό της χώρας μας οι οποίες θα είναι μη αναστρέψιμες και θα έχουν αλυσιδωτές επιπτώσεις σε ολόκληρη την εθνική μας οικονομία. Γιατί αν ο βαθμός του προβλήματος που θα αντιμετωπίσουμε φέτος, θα κινείται στα όρια των «χειρότερων δυνατών προβλέψεων» - οι πραγματικές διαστάσεις του προβλήματος, δεν θα φανούν στη φετινή αλλά στην επόμενη σεζόν και θα ξεκινήσουν βέβαια να υπάρχουν ήδη από το φθινόπωρο.
Δεν μπορεί κανείς όμως να αποφύγει στο σημείο αυτό το ερώτημα «τι θα φταίει αν συμβεί αυτό?». Και οι απαντήσεις σε αυτό το νέο ερώτημα ανοίγουν μια τεράστια συζήτηση, η οποία δεν είναι δυνατόν να γίνει τη στιγμή αυτή στις λεπτομέρειές της. Και ο βασικός λόγος είναι ότι τα πράγματα που «φταίνε» είναι εξαιρετικά πολλά στην ποσότητα αλλά και στην ποιότητα τους. Είναι βέβαιο όμως, ότι πρέπει να γνωρίζεις «τι φταίει», αν θέλεις να το διορθώσεις και αν θέλεις να έχεις δυνατότητες ανάκαμψης και νέας ανάπτυξης την επόμενη ημέρα – γιατί αργά ή γρήγορα θα υπάρξει «επόμενη ημέρα» για τον Ελληνικό Τουρισμό.
Όχι, δεν θα πω ότι φταίνε αποκλειστικά και μόνο οι πολιτικές που ακολούθησε η Κυβέρνηση τα προηγούμενα χρόνια. Με τους περισσότερους από εσάς με τους οποίους έχουμε συναντηθεί και έχουμε συνεργαστεί ήδη σε μια σειρά από ζητήματα, θα γνωρίζετε ήδη καλά ότι δεν διαθέτω κανενός είδους «κομματικό ταμπού», το οποίο να μου απαγορεύει να αναγνωρίζω ευθύνες, λάθη ή παραλείψεις τα οποία έγιναν στο θέμα του Τουρισμού και επί των ημερών των δικών μας Κυβερνήσεων. Φυσικά και έγιναν αυτά και επί των δικών μας Κυβερνήσεων. Και αλίμονο αν τη στιγμή αυτή, επιμένουμε στο ότι διαθέτουμε το «αλάθητο» των κρίσεων και των αποφάσεων. Η Ιστορία άλλωστε έχει δείξει ότι όποιος ισχυρίζονταν ότι διέθετε το «αλάθητο» σε επίπεδο πολιτικό αποφάσεων, οδηγήθηκε σε ολέθρια σφάλματα.
Και μάλιστα θα προχωρήσω ένα βήμα ακόμη πιο πέρα και θα σας πω ποιο κατά τη γνώμη μου, ήταν και το δικό μας σημαντικό λάθος στο συγκεκριμένο ζήτημα: είχαμε επαναπαυθεί στην καλή και ανοδική πορεία του Ελληνικού Τουρισμού και δεν του είχαμε δώσει την προτεραιότητα και τη σημασία που του αναλογούσε. Περίπου και τότε όπως και τώρα, ο Τουρισμός ήταν ένα πεδίο που συνεισέφερε με συντηρητικούς υπολογισμούς, περίπου στο 18% του ΑΕΠ. Και το θεωρούσαμε και εμείς ότι ήταν κάτι που «πήγαινε καλά από μόνο του». Δεν είχαμε άλλωστε και σοβαρές ενδείξεις προς το αντίθετο την εποχή εκείνη. Και επιπλέον, οι τότε Κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ προσανατολισμένες στο να προετοιμάσουν τη χώρα για την επίτευξη του στόχου των επιτυχημένων Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, είχαν κάθε λόγο να υποθέτουν ότι προετοίμαζαν το έδαφος για μια ακόμη καλύτερη πορεία του Τουρισμού στο άμεσο μέλλον. Από τότε όμως μέχρι σήμερα, έχουν περάσει 5 ολόκληρα χρόνια και όλη η περίοδος της ευθύνης της αξιοποίησης της μετα-Ολυμπιακής κληρονομιάς της χώρας, βρίσκονταν στα χέρια της διακυβέρνησης της ΝΔ. Και γνωρίζουμε όλοι πολύ καλά, το πόσες και ποιες ευκαιρίες χάθηκαν μένοντας ανεκμετάλλευτες στον τομέα αυτό.
Επίσης, δεν έχω κανενός είδους ταμπού στο αναγνωρίσω και τις «καλές ιδέες» τις οποίες είχε ο «πολιτικός αντίπαλος». Και μία από αυτές τις «καλές ιδέες» κατά την προσωπική μου άποψη – το έχω ήδη πει πολλές φορές αυτό – ήταν και η ίδρυση του ξεχωριστού Υπουργείου Τουριστικής Ανάπτυξης. Ήταν άλλωστε ένα αίτημα ολοκλήρου του κόσμου του Τουρισμού της χώρας μας και επί των δικών μας Κυβερνήσεων και κακώς κατά τη γνώμη μου, το αίτημα αυτό δεν είχε υλοποιηθεί από δικής μας πλευράς τα χρόνια εκείνα. Για μια χώρα όπως η Ελλάδα, το να υπάρχει αυτόνομο Υπουργείο Τουρισμού, θεωρώ ότι είναι μια «καλή ιδέα», η οποία ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ να έχει λειτουργήσει καταλυτικά ως προς την επίλυση πολλών από τα σοβαρά προβλήματα του Τουρισμού της χώρας μας.
Και λέω «ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ» γιατί τελικώς αυτό δεν έγινε. Αυτό άλλωστε διαπιστώνεται εκ των πραγμάτων και εκ του αποτελέσματος. Γιατί ένα από τα μεγάλα προβλήματα της διακυβέρνησης της ΝΔ, είναι ότι ακόμη και τις ελάχιστες «καλές ιδέες» ή θετικές πρωτοβουλίες τις οποίες είχε αποφασίσει να υλοποιήσει, τις άφησε σε αυτό το πρώτο επίπεδο και ποτέ δεν φρόντισε να τις κάνει πραγματικά λειτουργικές και πραγματικά χρήσιμες για τη χώρα. Κλασικό παράδειγμα αυτής της τακτικής της, αποτελεί και το Υπουργείο Τουριστικής Ανάπτυξης: ο τρόπος με τον οποίο αυτό ιδρύθηκε, ο τρόπος με τον οποίο αυτό λειτούργησε, τα πράγματα που «προσέφερε» (ή για να είμαστε πιο ακριβείς «δεν προσέφερε»), δικαιολογούν μέχρι κάποιο βαθμό τις σοβαρές αμφιβολίες που έχουν εκφραστεί σήμερα, για το αν τελικά – υπό ΑΥΤΗ τη μορφή – η συνέχιση της ύπαρξής του έχει ουσιαστικό νόημα ή όχι. Κι αυτό γιατί μιλάμε για ένα Υπουργείο, το οποίο έχει περιορισμένες αρμοδιότητες, μηδαμινούς πόρους να διαχειριστεί, εδώ και πέντε χρόνια δεν έχει καταφέρει ακόμη να επιλύσει τα δομικά θέματα σχέσεων λειτουργίας του σε σχέση με τον προϋπάρχοντα ΕΟΤ και εδώ και πέντε χρόνια, μόλις πριν από λίγες μέρες κατάφερε να καταθέσει στη Βουλή ένα αποκλειστικά δικό του, ολοκληρωμένο Σχέδιο Νόμου προς συζήτηση. Όλα αυτά τα χρόνια, η νομοθετική του παραγωγή εξαντλούνταν στο να εισάγει την τελευταία στιγμή, «φωτογραφικές τροπολογίες» σε άσχετα Νομοσχέδια και τίποτε πέραν τούτου.
Ας έρθουμε όμως, στο «τώρα» και κυρίως στο «μετά». Από δικής μας πλευράς – όπως το ανέφερα άλλωστε και προηγουμένως – δεν ισχυριζόμαστε ότι κατέχουμε το «αλάθητο», ούτε ισχυριζόμαστε ότι διαθέτουμε κάποιο «μαγικό ραβδάκι» το οποίο θα κουνήσουμε στον αέρα και αυτομάτως τα πάντα θα γίνουν ρόδινα. Οφείλουμε να είμαστε προσγειωμένοι, να έχουμε γνώση της κατάστασης και όπως είπαμε, η κατάσταση έχει και ΘΑ έχει αντικειμενικές δυσκολίες για τον οποιονδήποτε κληθεί να τη διαχειριστεί. Μπορούμε όμως να εγγυηθούμε ένα σημαντικό πράγμα: όπως και σε όλους τους υπόλοιπους τομείς διακυβέρνησης, έτσι και στο ιδιαίτερα σημαντικό πεδίο του Τουρισμού, θα επαναφέρουμε και θα κινηθούμε με βάση το στοιχείο εκείνο, το οποίο για τα προηγούμενα πέντε χρόνια εξέλιπε παντελώς από τη χώρα: την Κοινή Λογική.
Με βάση λοιπόν την Κοινή Λογική, ο Τουρισμός είναι ένα πεδίο πολυεπίπεδο και με σημαντικές οριζόντιες επικαλύψεις αρμοδιοτήτων. Ταυτόχρονα είναι και το πεδίο που όπως προείπαμε, συνεισφέρει τουλάχιστον στο 18% του ΑΕΠ – αλλά είναι και το πεδίο από το οποίο άμεσα ή έμμεσα εξαρτώνται εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι και οικογένειές τους και είναι και το πεδίο το οποίο βρίσκεται σε μεγαλύτερη απειλή από τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης. Με βάση το σκεπτικό αυτό επομένως, απαιτείται: 1) Να αναβαθμισθεί ο Τουρισμός ως προς την πολιτική τους προτεραιότητα 2) Να υπάρχει συγκεκριμένη στοχοθεσία και γνώση για το «που θέλουμε να πάμε» 3) Να υπάρχει ενιαίος και κεντρικός συντονισμός όλων των απαιτούμενων συνεργιών από τα συναρμόδια Υπουργεία και 4) Να υπάρχει ένα ξεκάθαρο, ρυθμισμένο και νομοθετημένο κατάλληλα πεδίο, το οποίο να μπορεί να υποστηρίξει την περαιτέρω ανάπτυξη του Τουρισμού στην Ελλάδα.
Τι σημαίνουν αναλυτικά αυτά?
Σημαίνει ότι ο Τουρισμός, θα πάψει να είναι στη θεωρία «εθνικός στόχος» και στην πράξη «αυτόματος πιλότος» και θα τεθεί ως θέμα «κρατικής προτεραιότητας». Το «που θέλουμε να πάμε» για εμάς είναι ήδη σαφές και θα το πω εντελώς συνοπτικά. Στα πλαίσια του συνολικού μοντέλου ανάπτυξης το οποίο υποστηρίζουμε, επιθυμούμε έναν Τουρισμό ο οποίος:
Ø θα έχει δυναμικές προοπτικές συνεχούς ανάπτυξης,
Ø θα παρέχει υψηλή ποιότητα υπηρεσιών και ταυτόχρονα θα είναι απαλλαγμένος από φαινόμενα κερδοσκοπίας και αισχροκέρδειας,
Ø θα αναπτύσσεται προστατεύοντας και αξιοποιώντας το φυσικό περιβάλλον, χωρίς να το καταστρέφει αυτο-καταστρεφόμενος και ο ίδιος,
Ø θα έχει έτοιμες δομές και λειτουργίες, ικανές να ανταποκρίνονται σε όλες τις διαρκώς μεταβαλλόμενες τάσεις της διεθνούς τουριστικής αγοράς και ικανές να εξυπηρετήσουν κάθε διαφορετικό είδος και μορφή απαιτήσεων από πλευράς επισκεπτών,
Ø θα έχει αποτελεσματικούς μηχανισμούς αντιμετώπισης και διαχείρισης της κάθε είδους πιθανής κρίσης,
Ø θα έχει μια ισχυρά θετική και απόλυτα εμπεδωμένη ταυτότητα στο πεδίο του παγκόσμιου ανταγωνισμού,
Ø θα αξιοποιεί πλήρως όλες τις δυνατότητες των νέων τεχνολογιών της επικοινωνίας προς όφελός του – και κυρίως
Ø θα είναι ένα πεδίο υψηλής και υγιούς κερδοφορίας για όλους τους δραστηριοποιούμενους στον τομέα αυτό.
Για να επιτευχθούν φυσικά όλα αυτά, θα υπάρχει ένας καταμερισμός ενεργειών και ευθυνών προς όλους τους εμπλεκομένους, στην κατεύθυνση επίτευξης του κοινού στόχου. Με λίγα λόγια, δεν θα πράττει ο καθένας «κατά το δοκούν» ανάλογα με τις δικές του ιδέες, ούτε θα πληροφορείται ο ένας Υπουργός τις πράξεις και τις αποφάσεις του άλλου από τις εφημερίδες, όπως γίνονταν και γίνεται μέχρι σήμερα.
Σημαντικό επίσης είναι ότι θα μπει ένα οριστικό τέλος στην εικόνα του «ο καθένας κάνει ότι θέλει, όπως το θέλει, όπου το θέλει και όποτε το θέλει», βέβαιος ότι κανείς δεν θα τον ελέγξει ποτέ και βέβαιος ότι κάπου, κάπως κάποτε στο μέλλον θα «νομιμοποιηθεί». Το χάος αυτό, ευθύνεται σε μεγάλο τμήμα για τη συνολική απαξίωση του τουριστικού μας προϊόντος και την φθορά της εικόνας της χώρα μας και πρέπει να τελειώνει εδώ-και-τώρα. Αν δεχθούμε ότι όλοι μας αγαπάμε τον τουρισμό της χώρας μας, τότε οφείλουμε να είμαστε και αυστηροί στην προσπάθειά μας να τον προστατεύσουμε.
Το συγκεκριμένο ζήτημα, το συζητήσαμε και στη Βουλή μόλις την προηγούμενη εβδομάδα με το Νομοσχέδιο περί «λειτουργικής τακτοποίησης». Κατά τη δική μας γνώμη, η βιασύνη του να γίνει αυτό, οφείλεται στην πρόθεση της «ψηφοθηρικής τακτοποίησης» ενόψει Εκλογών και όχι σε αυθεντική βούληση επίλυσης του σοβαρού αυτού προβλήματος. Πως αλλιώς άλλωστε να εξηγήσει κανείς, ότι ενώ το ΥΠΕΧΩΔΕ «πρωτοστατεί» σε οτιδήποτε αφορά στην καταδίκη οποιασδήποτε υγιούς αναπτυξιακής προοπτικής της χώρας, στη συγκεκριμένη περίπτωση απουσίαζε παντελώς, λες και το πρόβλημα δεν έχει καθόλου να κάνει ΚΑΙ με την «πολεοδομική τακτοποίηση» των «λειτουργικά παρανομούντων» έως σήμερα. Όμως στο σοβαρότατο αυτό ζήτημα, δεν έχει νόημα πια να νομοθετούμε με «μπαλώματα», ούτε να νομοθετούμε για να πάρουμε 5-6 ψήφους παραπάνω. Μιλάμε για ένα ζήτημα το οποίο κάνει συνολικά κακό στον τουρισμό της χώρας – κάνει κακό στους πάντες και κυρίως έχει μακροπρόθεσμο επιχειρηματικό κόστος στους πάντες, όταν απαξιώνει στην ουσία αυτό που πουλάμε ως «τουριστικό προϊόν» συνολικά σαν χώρα.
Γι’ αυτό το λόγο και κάναμε προτάσεις, γι’ αυτό το λόγο αποδεχθήκαμε και τις δικές μας ευθύνες, γι’ αυτό το λόγο καλέσαμε και την Κυβέρνηση να μην επαναλάβει το ίδιο λάθος, γι’ αυτό το λόγο και κάναμε έκκληση, τουλάχιστον να σταματήσει εδώ αυτός ο κατήφορος του ευτελισμού του τουρισμού μας. Αλλά δεν εισακουστήκαμε. Γιατί σε αντίθεση με εμάς, η ΝΔ ισχυρίζεται ότι κατέχει το «αλάθητο» των αποφάσεων...
Όπως δεν εισακουστήκαμε και στις εκκλήσεις μας για την ανάγκη έναρξης της καμπάνιας προβολής πολύ-πολύ νωρίτερα από ότι έγινε πριν από λίγες μέρες. Ειδικά τη δύσκολη αυτή χρονιά, θα έπρεπε εδώ και πολύ καιρό να είμαστε παρόντες στα διεθνή Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. Ο χρόνος που χάθηκε ήταν πολύτιμος. Και δυστυχώς φοβάμαι ότι με τη θολή, άνευρη και απολύτως συγκεχυμένη από πλευράς μηνυμάτων καμπάνια, η οποία έχει επιλεγεί για φέτος, θα χαθεί και ο ουσιαστικός στόχος της προβολής της χώρας μας.
Ως προς τα άμεσα μέτρα για την αντιμετώπιση της κρίσης. Εδώ δεν θέλω να σας κουράσω με το τι είπε και έκανε η ΝΔ και τι είπαμε εμείς, κλπ, κλπ. Θα σταθώ μόνο σε ένα σημείο, το οποίο κατά τη γνώμη μου έχει κρίσιμη σημασία. Όταν λέμε «στήριξη» δεν εννοούμε μόνο «μέτρα-σωσίβιο» ή «μέτρα-προσχήματα» αλλά υποθέτω ότι οι πάντες εννοούμε ουσιαστικά «κίνητρα» και για να βγούμε από την κρίση χωρίς αναταράξεις και απώλειες αλλά και «κίνητρα» που να δώσουν επενδυτική και αναπτυξιακή ώθηση τη στιγμή που ο Ελληνικός Τουρισμός τα χρειάζεται αυτά παρά ποτέ. Από δικής μας πλευράς λοιπόν, δεσμευθήκαμε ότι θα μελετήσουμε τους τρόπους για να εφαρμόσουμε άμεσα ένα μέτρο, το οποίο κατά τη γνώμη μου είναι ίσως και το μοναδικό που μπορεί να απαντήσει ουσιαστικά τη στιγμή αυτή στις συγκεκριμένες ανάγκες – στη μείωση του ΦΠΑ για τις τουριστικές επιχειρήσεις. Δυνατότητα υπάρχει να γίνει αυτό, έχει ήδη υιοθετηθεί με γενναίο τρόπο από άλλες χώρες, πρέπει να υπάρξει και η βούληση να υλοποιηθεί. Από πλευράς μας, η δέσμευση για τη βούληση αυτή, υπάρχει. Το θέμα μπορεί να είναι εμπεριέχει ένα δημοσιονομικό κίνδυνο - όμως ο κίνδυνος του να υπάρξουν μη αναστρέψιμες ζημιές στον Τουρισμό και να υπάρξουν αλυσιδωτές παρενέργειες σε ολόκληρο τον κοινωνικό ιστό της χώρας από εκεί και πέρα, είναι πολλαπλάσια σοβαρότερος και δυστυχώς υπαρκτός.
Θέλω όμως να κλείσω με μια ουσιαστική, κατά τη γνώμη μου, παρατήρηση. Ο Ελληνικός Τουρισμός είναι ένα «προϊόν» και μια δραστηριότητα με ιδιαίτερες αντοχές, τις οποίες τις έχει επιδείξει και τις έχει αποδείξει και άλλες φορές στο παρελθόν. Ναι, βρισκόμαστε μπροστά σε μια ιδιαίτερα δύσκολη κατάσταση. Ναι, δεν έχουμε σοβαρές ενδείξεις που να συνηγορούν στο να είμαστε αισιόδοξοι. Από το άλλο μέρος όμως, ο Τουρισμός της χώρας μας, ποτέ δεν θα πάψει να είναι το δικό μας «δυνατό χαρτί» - ποτέ δεν θα πάψει να είναι η «δυνατότητά» μας. Θέλω να πιστεύω, ότι και τη φορά αυτή, το ίδιο το «πρωτογενές υλικό» του Τουρισμού που διαθέτουμε, θα αποδείξει και πάλι τις ικανότητές του να αντεπεξέρχεται στις κρίσεις. Και επιπλέον η ίδια αυτή η κρίση, μπορεί να λειτουργήσει και ως το «σημείο αφύπνισης» μας, σχετικά την κρισιμότητα και τη σημασία που έχει ο Τουρισμός για την Ελλάδα και κατά συνέπεια με τη θέση την οποία οφείλει να έχει στη συνολική ιεράρχηση των εθνικών μας προτεραιοτήτων.
Σας ευχαριστώ.