Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2011

Επίσκεψη Γκερέκου στις Βρυξέλλες

Η Βουλευτής Κέρκυρας του ΠΑΣΟΚ και Πρόεδρος της Επιτροπής Περιφερειών της Βουλής κ. Άντζελα Γκερέκου πραγματοποίησε την Πέμπτη 6 Οκτωβρίου επίσκεψη στις Βρυξέλλες προκειμένου να συμμετάσχει στην διακοινοβουλευτική συνεδρίαση της Επιτροπής Περιφερειακής Ανάπτυξης του....
 Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με τα Εθνικά Κοινοβούλια.
Το θέμα της συνεδρίασης ήταν «Η Μελλοντική Πολιτική Συνοχής υπό το φως των Νέων Νομοθετικών Προτάσεων». Στη συζήτηση συμμετείχαν αντιπροσωπείες από όλα τα εθνικά Κοινοβούλια των κρατών –μελών της ΕΕ, ο Επίτροπος της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Περιφερειακή Πολιτική κ. Johannes Hahn, η Πρόεδρος της Επιτροπής του Ευρωκοινοβουλίου για την Περιφερειακή Ανάπτυξη κ. Danuta Hubner, η Υπουργός Περιφερειακής Ανάπτυξης της Πολωνίας κ. Elzbieta Bienkowska και άλλοι.
Στην παρέμβαση της η Βουλευτής επικεντρώθηκε στην αναγκαιότητα ενίσχυσης της προσβασιμότητας των δυσπρόσιτων περιφερειών και ιδιαίτερα των νησιωτικών και ορεινών περιοχών. Ζήτησε από τα μέλη της Επιτροπής να στηρίξουν την ιδέα της δημιουργίας ενός «Θεματικού Ταμείου» το οποίο θα εξυπηρετεί την ανάπτυξη των υποδομών και την ενίσχυση της προσπελασιμότητας στις ορεινές και νησιώτικες περιοχές.
Στο περιθώριο της συνεδρίασης η Βουλευτής είχε ιδιαίτερη συνομιλία με τον Επίτροπο της ΕΕ κ. Hahn για το έργο Ύδρευσης της Κέρκυρας και των Παξών. Η κ. Γκερέκου ενημέρωσε τον κ. Hahn για την σπουδαιότητα του έργου και την αναγκαιότητα επίσπευσης και ολοκλήρωσης των διαδικασιών της αξιολόγησης του φακέλου, δεδομένου ότι το αμέσως επόμενο διάστημα το Υπουργείο Περιφερειακής Ανάπτυξης θα τον αποστείλει στη Γενική Διεύθυνση Περιφερειακής Πολιτικής.
Ακολουθεί η τοποθέτηση της Βουλευτού στην Επιτροπή:




ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ ΣΤΗ ΣΥΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ






1.- Είναι σαφές ότι ένας από τους κεντρικούς – αν όχι ο κεντρικότερος - άξονας του νέου Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου, θα πρέπει να είναι η δημιουργία προϋποθέσεων για την επίτευξη ισόρροπης ανάπτυξης όλων των Ευρωπαϊκών Περιφερειών. Προερχόμενη από μία χώρα όπως είναι η Ελλάδα, με δεδομένες γεωμορφολογικές ιδιαιτερότητες, οφείλω να επισημάνω οτι το ζήτημα της πριμοδότησης των δυσπρόσιτων περιφερειών ή και περιοχών, για εμάς είναι κρίσιμο. Είναι σαφές ότι η «νησιωτικότητα» μιας περιοχής, είναι επιβαρυντικός παράγοντας, σε ότι αφορά στην προσβάσιμότητά της – όμως κατά τον ίδιο τρόπο μας ενδιαφέρει εξίσου και το πρόβλημα των περιοχών οι οποίες βρίσκονται σε μεγάλους ορεινούς όγκους. Για να το θέσω ευθέως, πιστεύω ότι το ζήτημα των Μεταφορών και των Συγκοινωνιών, είναι απολύτως κρίσιμο για να μπορέσουμε να συζητήσουμε την οποιαδήποτε μορφή Ανάπτυξης και την περαιτέρω επίτευξη Συνοχής.


2.- Ειδικά για το θέμα της «νησιωτικότητας», η επιλογή μιας οριζόντιας πολιτικής για τον καθορισμό των χαρακτηριστικών της ιδιαίτερης αυτής κατάστασης είναι μια λύση, δεδομένου ότι το πρόβλημα προφανώς δεν είναι μόνο «ελληνικό» αλλά αφορά και άλλες περιοχές Κρατών-Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Με τον ίδιο τρόπο όμως, θα πρέπει να αποσαφηνιστεί και ο χαρακτήρας των «ορεινών» περιοχών. Η πρόταση της Επιτροπής που έχει κατατεθεί στην Άτυπη Συνάντηση Υπουργών Ευρωπαϊκών Υποθέσεων στις 28 και 29 Ιουλίου στην Πολωνία, περιλαμβάνει τη δημιουργία Ταμείου για τις Υποδομές (Connecting Europe Facility – CEF), με στόχο τη δημιουργία ενός μηχανισμού σύνδεσης της Ευρώπης μέσω της ανάπτυξης υποδομών στους τομείς των Μεταφορών, της Ενέργειας και των Τεχνολογιών Πληροφορίας και Επικοινωνιών. Ενώ κατ’ αρχήν κάτι τέτοιο ακούγεται θετικό ως ιδέα, μας προβληματίζει το γεγονός ότι δημιουργείται ως νέο «θεματικό Ταμείο», το οποίο εκ των πραγμάτων θα εξυπηρετεί έργα σε δίκτυα όπως το ΤΕΝ-Τ και το ΤΕΝ-Ε, στα οποία δεν περιλαμβάνονται οι νησιωτικές περιοχές. Επομένως στην πράξη, το Ταμείο Υποδομών δεν θα μπορεί να θεωρεί επιλέξιμες τις περιοχές αυτές, που λογικά θα έπρεπε να αντιμετωπίζονταν με προτεραιότητα.


3.- Σημαντική επίσης θεωρώ και την πρόταση, σχετικά με τη δημιουργία της «Ενδιάμεσης Κατηγορίας» Περιφερειών, με βάση το ΑΕΠ τους, το οποίο θα πρέπει να κυμαίνεται μεταξύ του 75% και του 90% του μέσου Κοινοτικού ΑΕΠ. Εδώ υπάρχει μια πολύ συγκεκριμένη δυνατότητα, για να πριμοδοτηθούν οι περιοχές προβληματικής πρόσβασης στις οποίες αναφέρθηκα μόλις προηγουμένως (νησιωτικές και ορεινές): Να συμφωνήσουμε ότι σε αυτή τη νέα «Ενδιάμεση Κατηγορία», θα θεωρούνται ως επιλέξιμες Περιφέρειες με σαφείς γεωγραφικές ιδιαιτερότητες, όπως τα νησιά και οι ορεινοί όγκοι, ανεξάρτητα από το ΑΕΠ που παρουσιάζουν.


4.- Πιστεύω ότι το θέμα της ευελιξίας, στην αξιοποίηση των κονδυλίων του Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου από τα Κράτη-Μέλη, είναι ιδιαίτερα σημαντικό. Και τούτο γιατί, σε επίπεδο προγραμματισμού, ίσως είναι απαραίτητο (ή και αναπόφευκτο) να επιλέγουμε τις «οριζόντιες πολιτικές», όμως στην πράξη υπάρχουν δύο κίνδυνοι: ο πρώτος είναι να «ομαδοποιούμε» πράγματα που δεν ανήκουν στην ίδια κατηγορία, δεν έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά, ούτε τις ίδιες δυνατότητες και ανάγκες και ο δεύτερος είναι, να στοχεύουμε στο «γενικό» αλλά να χάνουμε το «ειδικό», να στοχεύουμε στο «-μάκρο» αλλά να χάνουμε το «-μίκρο». Και για να γίνω πιο συγκεκριμένη, θα έλεγα ότι από την πρόταση η οποία μας κατατέθηκε και μας παρουσιάστηκε σήμερα στις γενικές της γραμμές, λείπει η δυνατότητα εξειδικευμένης στόχευσης των δράσεων. Οι «τοπικές κοινωνίες», σε όλο το εύρος της Ένωσης, έχουν ανάγκη από την ανάδειξη των «τοπικών τους ταυτοτήτων». Και αυτό είναι δυνατόν να επιτευχθεί μόνο μέσα από την παροχή ευέλικτων δυνατοτήτων ενίσχυσης, που να είναι στοχευμένες στις ιδιαίτερες δυνατότητες, στις ιδιαίτερες ανάγκες και στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε «τοπικής κοινωνίας». Ορθώς ένας από τους κεντρικούς στόχους του Προγράμματος είναι και η δημιουργία «Ευρωπαϊκής προστιθέμενης αξίας». Πιστεύω όμως ότι αυτή η «προστιθέμενη αξία», θα προέλθει από τη δυνατότητα επικέντρωσής μας στις «τοπικές κοινωνίες» και στην ανάδειξή τους. Επομένως, ο παράγοντας της «ευελιξίας» στη διάθεση και τη μεταφορά κονδυλίων από τα Κράτη-Μέλη, είναι εξαιρετικά σημαντικός, εάν θέλουμε να επιτύχουμε το στόχο αυτό.


5.- Θεωρώ ότι η απλοποίηση των διαδικασιών, οφείλει να είναι αυτονόητος στόχος του νέου Προγράμματος. Ανεξάρτητα από τις δυνατότητες απορρόφησης κάθε χώρας και ανεξάρτητα από τους διοικητικούς μηχανισμούς διαχείρισης που διαθέτει, νομίζω ότι είναι κοινή παραδοχή, ότι υπάρχει μια εξαιρετικά μεγάλη «γραφειοκρατική περιπλοκότητα» στις διαδικασίες, η οποία μας κοστίζει πολύ σε αποτελεσματικότητα. Το θέμα φυσικά δεν είναι εύκολο να λυθεί αλλά πιστεύω ότι τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή, για να ανοίξει αυτή η δημόσια συζήτηση στα πλαίσια της συγκεκριμένης διαβούλευσης.
Σας ευχαριστώ